135 Σμηναρχία Μάχης: Οι φρουροί του Αιγαίου – «Aντικατοπτρισμοί» και «φαντάσματα» στη Σκύρο

Loading...


Η δημιουργία προωθημένων νησιωτικών αεροδρομίων αποτέλεσε μια λύση της ΠΑ στο πλαίσιο της βελτίωσης των «αντανακλαστικών» της απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα που άρχισε να μετουσιώνεται μετά το 1974 με τις παραβιάσεις του Εθνικού Εναέριου Χώρου.

Ταυτόχρονα, η ίδρυση νέων Σμηναρχιών Μάχης (ΣΜ) στα συγκεκριμένα αεροδρόμια επέτρεψε τη φιλοξενία αεροσκαφών επιφυλακής με στόχο την ελαχιστοποίηση του χρόνου αναχαίτισης των «άγνωστων» ιχνών που εισέρχονταν στο ελληνικό FIR και τον Εναέριο Χώρο. Μια από αυτές τις αεροπορικές βάσεις είναι και η 135 ΣΜ που φιλοξενείται στο αεροδρόμιο της Σκύρου.

Η δημιουργία Σμηναρχιών Μάχης (ΣΜ) μαζί με την κατάλληλη υποδομή σε νησιά του Αιγαίου αποτελεί μια πραγματικότητα και ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της δεύτερης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας της ΠΑ.

Η δεύτερη αυτή περίοδος, που χρονικά μπορεί να ταυτιστεί με τη μεταπολιτευτική περίοδο διαφέρει σημαντικά με την πρώτη περίοδο, πριν από τα γεγονότα της Κύπρου που πρακτικά οδήγησε την ΠΑ σε μια άλλη διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και των κατʼ επέκταση τακτικών.

Στην πρώτη περίοδο της μεταπολεμικής ιστορίας της ΠΑ η χώρα, όπως φυσικά και οι Ένοπλές της Δυνάμεις, βρίσκονταν σε μια περίοδο ανάκαμψης από τις τραγικές συνέπειες τόσο της συμμετοχής στο Βʼ ΠΠ όσο και από τον εμφύλιο.

Δεδομένου του γεγονότος πως οικονομική δυνατότητα για την ανασυγκρότηση, τον επανεξοπλισμό και τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων δεν υπήρχε πρακτικά κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η λύση στο φάσμα των προβλημάτων ήρθε με την ένταξη της χώρας στη βορειοατλαντική συμμαχία το 1952.

Μέσω αυτής η Ελλάδα δέχθηκε ένα μεγάλο μέρος πολεμικού υλικού με βάση τα προγράμματα στρατιωτικής βοήθειας MAP (Military Assistance Programs) διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και το αμυντικό δόγμα της χώρας που ήταν ο από βορρά κίνδυνος, καθώς η Τουρκία τότε δεν συνιστούσε -τουλάχιστον σε νατοϊκό επίπεδο- απειλή για τη χώρα. Αργότερα όμως, κατά τη δεκαετία του 1960, τα πράγματα άρχισαν να διαφοροποιούνται.

Η διεκδικητική εμπλοκή της Τουρκίας στο Κυπριακό πρώτα και μετά στο καθεστώς του Αιγαίου αρχίζει να παίρνει διαστάσεις, ενώ μετά το 1974 διαμορφώνοντας μια ξεκάθαρη στρατηγική και διατυπώνοντάς την τόσο σε διπλωματικούς φορείς και φόρα όσο και «εν τοις πράγμασι» μέσω των παραβάσεων του FIR Αθηνών και των παραβιάσεων του Εθνικού Εναέριου Χώρου.

Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 η Τουρκία προτείνει την ανάληψή του από την πλευρά της του επιχειρησιακού ελέγχου του ανατολικού Αιγαίου, με τη δικαιολογία ότι στο πλαίσιο της συμμετοχής της στη στρατιωτική δομή και αμυντική διάταξη της συμμαχίας, θα καταστήσει πιο έγκαιρη και αποτελεσματική την κάλυψη του συγκεκριμένου χώρου, λόγω της εγγύτητας που έχουν οι ακτές της.

Η πρόταση αυτή δεν είναι τίποτα άλλο από τη διαμόρφωση μιας εκ προοιμίου για την de facto διχοτόμηση του Αιγαίου. Ταυτόχρονα, στο άλλο μέρος της επεκτατικής της πολιτικής βομβαρδίζει την Κύπρο τον Αύγουστο του 1964 με το πρόσχημα της τουρκοκυπριακής κοινότητας εκεί.

Η αρχική πρόταση για την ανάληψη του επιχειρησιακού ελέγχου του Αιγαίου αρχίζει να διαμορφώνεται από το 1965 και μετά με τον χαρακτήρα της καθαρής διεκδίκησης, αφήνοντας τις ΗΠΑ να συμπεριφέρονται ως νέος «πόντιος Πιλάτος» σε ένα θέμα που παραβιάζει ανοικτά τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.

Τον Ιούλιο του 1974 με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το αμυντικό δόγμα της χώρας ξαφνικά ξυπνά από έναν λήθαργο μέσα από τη μετακίνηση των πόλων από τον βορρά στα ανατολικά συνειδητοποιώντας όλοι, με τον χειρότερο όμως δυνατό τρόπο, πως η πραγματική απειλή όχι μόνο προερχόταν από άλλη κατεύθυνση αλλά και πως αυτή εκδηλωνόταν ανοικτά, με αντίκτυπο την απώλεια εδαφών του ευρύτερου εθνικού κορμού.

Τα γεγονότα της περιόδου εξωθούν την Ελλάδα στο να αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και μοιραία ο επιχειρησιακός σχεδιασμός των ΕΔ τροποποιείται ανάλογα. Τα προγράμματα τύπου MAP περιορίζονται σημαντικά παρά το γεγονός πως η πάλαι ποτέ αναλογία του 7:10 συνεχίζει να υφίσταται προς Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα.

Από το 1975 η ΠΑ αρχίζει να παραλαμβάνει μαχητικά αεροσκάφη που μπορούν να χαρακτηριστούν ως πραγματικά σύγχρονα που μπορούσαν να καλύψουν επαρκώς τις επιχειρησιακές ανάγκες της και είχαν παραγγελθεί έναν μήνα μόλις πριν από την τουρκική εισβολή και πιο συγκεκριμένα στις 20 Ιουνίου του 1974. Η δεύτερη όμως αυτή περίοδος της ΠΑ δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τις αγορές νέων μαχητικών αεροσκαφών.

Η αλλαγή στη γενικότερη διάρθρωση της ΠΑ σε συνδυασμό με την τροποποίηση του επιχειρησιακού σχεδιασμού της την οδηγούν στην αναζήτηση τρόπων για την πιο άμεση και αποτελεσματική παρουσία στον Εθνικό Εναέριο Χώρο από βορειότερο τμήμα του μέχρι νοτιοανατολικά της Ρόδου και νότια της Κρήτης, αλλά και στα όρια του FIR Αθηνών.

Έπρεπε το συντομότερο δυνατό τα νέα μαχητικά αεροσκάφη, αλλά και τα παλαιότερα που συνέχιζε να αξιοποιεί, να μπορούν να βρεθούν στον ελάχιστο χρόνο και χωρίς περιορισμούς σε ό,τι αφορά τον χρόνο παραμονής τους σε συγκεκριμένες περιοχές χωρίς περιορισμούς αυτονομίας και ακτίνας δράσης λόγω έλλειψης καυσίμου.

Στο σκεπτικό αυτό το 1975 αποφασίζεται η σταδιακή δημιουργία νησιωτικών αεροδρομίων και η συγκρότηση σμηναρχιών Μάχης σε αυτά ή σε ήδη υφιστάμενα αεροδρόμια που είχαν κατασκευαστεί παλαιότερα στα νησιά αυτά.

Οι αεροπορικές βάσεις αυτές πέρα από το ότι θα εξασφάλιζαν μικρότερους χρόνους αντίδρασης και κατʼ επέκταση ταχύτερη και ουσιαστικότερη αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων, θα χρησίμευαν ως αεροδρόμια εναλλαγής σε περίοδο ειρήνης και φυσικά διασποράς σε περίοδο πολεμικών συγκρούσεων.

Επίσης, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως σταθμοί ανεφοδιασμού και επανεξοπλισμού των εναέριων μέσων και των υπόλοιπων αεροπορικών κλάδων των ΕΔ της Αεροπορίας Στρατού δηλαδή και της Διοίκησης Ελικοπτέρων Ναυτικού.

Η υλοποίηση της απόφασης αυτής, της δημιουργίας νησιωτικών αεροδρομίων και Σμηναρχιών Μάχης ξεκίνησε σχεδόν αμέσως με τη λήψη της απόφασης, συνεχίστηκε όμως με σχετικά αργούς ρυθμούς τόσο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 όσο και του 1990.

Το αεροδρόμιο της Σκύρου συνιστά το σημαντικότερο από αυτά τόσο από πλευράς υποδομών όσο και από πλευράς επιχειρησιακής αξίας. Αποτελεί, με άλλα λόγια, το πιο αντιπροσωπευτικό ίσως δείγμα της αλλαγής του επιχειρησιακού σχεδιασμού της ΠΑ από το 1974 έως σήμερα.

Το 1975 αποφασίζεται η σταδιακή δημιουργία νησιωτικών αεροδρομίων και η συγκρότηση Σμηναρχιών Μάχης σε αυτά, είτε σε υπάρχοντα αεροδρόμια σε διάφορα ελληνικά νησιά. Τα αεροδρόμια αυτά πέρα από το ότι θα εξασφάλιζαν μικρότερους χρόνους αντίδρασης και κατʼ επέκταση ταχύτερη αντιμετώπιση των αγνώστων ιχνών θα χρησίμευαν ως αεροδρόμια εναλλαγής σε καιρό ειρήνης και διασποράς εν καιρώ πολέμου.

Επίσης, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως σταθμοί ανεφοδιασμού και επανεξοπλισμού -όπου βέβαια θα υφίσταντο οι κατάλληλες υποδομές- για τα ιπτάμενα μέσα όχι μόνο της ΠΑ αλλά και του ΠΝ και της ΑΣ. Η σχετική υλοποίηση των Σμηναρχιών Μάχης ξεκίνησε μεν σχεδόν αμέσως χωρίς καθυστέρηση, αλλά ολοκληρώθηκε αργά με σχετικά βραδείς ρυθμούς τόσο μέσα στη δεκαετία του 1980 όσο και του 1990.

Έργα υποδομών πάντως σε αρκετές από τις Σμηναρχίες Μάχης, ιδιαίτερα στον νησιωτικό χώρο εξακολουθούν να πραγματοποιούνται και σήμερα. Το αεροδρόμιο της Σκύρου αποτελεί το σημαντικότερο ίσως από τα αεροδρόμια αυτά, τόσο από πλευράς υποδομών όσο και επιχειρησιακής αξίας.

Αποτελεί με άλλα λόγια το αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα αλλαγής επιχειρησιακού προσανατολισμού της ΠΑ από το 1974 έως σήμερα. Οι υποδομές του είναι τέτοιες που επιτρέπουν όχι μόνο τον ανεφοδιασμό και την επανεξυπηρέτηση των αεροσκαφών, αλλά και την ασφαλή φιλοξενία τους.

Οι εργασίες κατασκευής του ξεκίνησαν σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και πιο συγκεκριμένα τον Μάιο του 1975 και ολοκληρώθηκαν έξι χρόνια αργότερα το καλοκαίρι του 1981.

Αρκετά χρόνια πριν τερματιστούν όλες οι εργασίες κατασκευής, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1977, συστάθηκε το Αεροπορικό Απόσπασμα Σκύρου που υπαγόταν στο ΑΤΑ και διοικητικά υποστηριζόταν αρχικά από την 142 ΠΑΕ και κατόπιν από την 111 ΠΜ.

Το καλοκαίρι του 1978, στις 3 Ιουλίου, προσγειώθηκε στο νέο αεροδρόμιο το πρώτο αεροσκάφος της ΠΑ ένα T-33 που τότε είχε τον ρόλο μεταφοράς ταχυδρομείου και συνδέσμου, το αεροσκάφος με αριθμό σειράς 916.

Λίγο μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής τον Δεκέμβριο του 1981, συγκροτήθηκε η 135 Σμηναρχία Μάχης, η οποία ξεκίνησε σε μικρό χρονικό διάστημα να υποδέχεται και να εξυπηρετεί αεροσκάφη επιφυλακής.

Αυτά ήταν τα F-5A Freedom Fighter της 111ΠΜ, ενώ πολύ σύντομα, το 1984 ακολούθησαν και τα Mirage F-1CG και των δύο μοιρών της 114ΠΜ. Στη δεκαετία του 1990, οι βασικοί φιλοξενούμενοι της 135ΣΜ παρέμειναν τα Mirage F-1CG, ενώ αργότερα τη δύναμη επιφυλακής συμπλήρωσαν αρχικά τα F-4E και στη συνέχεια τα Mirage 2000EG.

Το πρώτο και σημαντικότερο όσο και προφανές επιχειρησιακό πλεονέκτημα που εξασφάλιζε η ύπαρξη του αεροδρομίου της Σκύρου ήταν ότι περιόριζε σημαντικά τους χρόνους μετάβασης στις περιοχές ενδιαφέροντος τις περιοχές, δηλαδή στις οποίες ως επί το πλείστον γίνονταν οι τουρκικές παραβιάσεις του ΕΕΧ και οι παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας στο FIR Αθηνών. Και τούτο εκτός από τα καθαρά επιχειρησιακά του οφέλη είχε και τα αντίστοιχα οικονομικά.

Περιορίζοντας τον χρόνο πτήσης, περιορίζεται παράλληλα και η κατανάλωση καυσίμου, η κόπωση των αεροσκαφών καθώς «φορτώνονται» με λιγότερες ώρες επάνω τους, και κατʼ επέκταση περιορίζονται και οι περιοδικές επισκέψεις του στα υπόστεγα συντήρησης των ΜΣΒ και στην ΕΑΒ.

Το πόσο ωφέλιμο αποδείχθηκε τελικά το αεροδρόμιο της Σκύρου επιχειρησιακά και οικονομικά φαίνεται από το γεγονός ότι ένα μαχητικό που απογειώνεται από την 114 ΠΜ στην Τανάγρα, χρειάζεται να διανύσει 105 χλμ. Μέχρι τη Σκύρο και από εκεί όσο χρειαστεί για να εγκατασταθεί στη γραμμή περιπολίας του ή στο σημείο αναχαίτισης.

Το ίδιο φυσικά θα γίνει και κατά την επιστροφή του. Είναι λογική απόρροια έτσι πως ένα αεροσκάφος που απογειώνεται από τη Σκύρο και ανήκει στην 114 ΠΜ στην Τανάγρα, διανύει 210 χλμ. λιγότερα.

Λαμβάνοντας υπόψη ταυτόχρονα ότι η απόσταση μεταξύ Σκύρου και Νέας Αγχιάλου είναι ακόμη μεγαλύτερη φτάνοντας τα 150 χλμ., αλλά και ότι στο αεροδρόμιο μπορούν να εξυπηρετηθούν όλοι οι τύποι των μαχητικών της ΠΑ, κάτι που σημειώνει όχι μόνο αναχαιτίσεις αλλά και διενέργεια επιθετικών αποστολών, γίνεται άμεσα αντιληπτό πως η ύπαρξη του αεροδρομίου της Σκύρου διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην επιχειρησιακή διάταξη της ΠΑ.

Ο πρώτος τύπος μαχητικού της ΠΑ που ανέλαβε καθήκοντα επιφυλακής στην 135ΣΜ ήταν το παλιό καλό F-5A. Τα πράγματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν τελείως διαφορετικά από ό,τι σήμερα στο αεροδρόμιο της Σκύρου.

Οι υποδομές ήταν ελάχιστες και οι ανέσεις τόσο για τους χειριστές των αεροσκαφών επιφυλακής, όσο και για τους τεχνικούς που τα υποστήριζαν πρακτικά ανύπαρκτες. Σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, αλλά παρά το γεγονός αυτό πολλά είναι αυτά που απομένει να γίνουν.

Ο αριθμός των αεροσκαφών επιφυλακής που θα βρει κάποιος στο αεροδρόμιο της Σκύρου είναι δύο, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που ισχύει πάντα βέβαια.

Εάν η τουρκική αεροπορική δραστηριότητα παρουσιάζεται αυξημένη, τότε ανάλογα αυξάνεται και ο αριθμός των αεροσκαφών και των πληρωμάτων που τίθενται σε επιφυλακή στην 135ΣΜ.

Αλλαγές αεροσκαφών και πληρωμάτων γίνονται δυο φορές την εβδομάδα ενώ κάθε εβδομάδα αλλάζει και ο τύπος των μαχητικών που βρίσκονται σε επιφυλακή.

Κατά τη διάρκεια των μεγάλων ασκήσεων της ΠΑ ή των διακλαδικού χαρακτήρα ασκήσεων στις οποίες συμμετέχουν μονάδες και από τους τρεις κλάδους των ΕΔ, ο αριθμός των φιλοξενούμενων αεροσκαφών μπορεί να ανέλθει μέχρι και τα οκτώ.

Οι διαθέσιμες υποδομές (καταφύγια, πίστες και εξοπλισμός επίγειας εξυπηρέτησης) επαρκούν πάντως για την εξυπηρέτηση τουλάχιστον διπλάσιου αριθμού αεροσκαφών φτάνοντας στο επίπεδο Μοίρας.

Πρωταρχική επομένως αποστολή της 135ΣΜ είναι η εξυπηρέτηση μαχητικών αεροσκαφών και των πληρωμάτων τους με σκοπό την εκτέλεση εξόδων αναχαίτισης στον χώρο του κεντρικού και εν μέρει του νότιου Αιγαίου. Και λέμε εν μέρει, επειδή η κάλυψη του νότιου και νοτιοανατολικού τμήματος του Αιγαίου έχει αναλάβει η 115 Πτέρυγα Μάχης, η οποία διατηρεί αεροσκάφη ετοιμότητας για τον σκοπό αυτό στην 133 ΣΜ στο Καστέλι.

Η επιχειρησιακή όμως αξία του αεροδρομίου της Σκύρου είναι ακόμη μεγαλύτερη, λόγω του ότι η θέση του το καθιστά ιδανικό ως αεροδρόμιο εναλλαγής όχι μόνο για στρατιωτικά, αλλά και για πολιτικά αεροσκάφη, τα οποία είτε αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα και πρέπει να προσγειωθούν άμεσα, για λόγους όπως επικίνδυνες καιρικές συνθήκες στο αεροδρόμιο προορισμού ή για έλλειψη καυσίμων.

Το τεχνικό προσωπικό που είναι ενταγμένο στη δύναμη της 135 ΣΜ είναι εκπαιδευμένο σε διαδικασίες επανεξυπηρέτησης (ανεφοδιασμού, συντήρησης πρώτου βαθμού κλιμακίου και φόρτωσης οπλισμού) πρακτικά όλων των τύπων των αεροσκαφών της ΠΑ.

Το ίδιο ισχύει και για το προσωπικό της πυρασφάλειας του αεροδρομίου που είναι διαθέσιμο για όλους τους τύπους των μαχητικών της ΠΑ, έχοντας εκπαιδευτεί σε διαδικασίες κατάσβεσης πυρκαγιάς και διάσωσης χειριστών σε περιστατικά αναγκαστικών προσγειώσεων ή ατυχημάτων.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο αεροδρόμιο της Σκύρου υπάρχει και η απαιτούμενη υποδομή για τη φύλαξη και πρώτου βαθμού συντήρησης για το σύνολο σχεδόν των όπλων που διαθέτει η ΠΑ, καθώς τα μαχητικά που αναλαμβάνουν καθήκοντα φύλαξης έρχονται στη Σκύρο είτε φορτωμένα με τα όπλα τους, είτε χωρίς αυτά ανάλογα με τις συνθήκες και τις απαιτήσεις. Κατ΄επέκταση, οι οπλουργοί που υπηρετούν στην 135ΣΜ είναι διαθέσιμοι για όλους τους τύπους όπλων και αεροσκαφών.

Η κατάσταση σήμερα στην 135ΣΜ είναι, όπως και αναφέρθηκε, κατά πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν τη δεκαετία του 1980.

Οι συνθήκες διαβίωσης των πληρωμάτων και του προσωπικού είναι εν γένει σαφώς καλύτερες, όπως και σαφώς καλύτερη είναι η υποδομή εξυπηρέτησης και φύλαξης αεροσκαφών και των συστημάτων οπλικών και μη.

Παράλληλα έχει βελτιωθεί και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η αποτρεπτική ισχύς της ΠΑ, δηλαδή στο πώς εκτελείται το έργο της αναχαίτισης.

Μέσα από την τεράστια εμπειρία των πληρωμάτων των μαχητικών αναχαίτισης, αλλά και των ελεγκτών αεράμυνας που η ΠΑ έχει αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια σχετικά με τη γενικότερη συμπεριφορά και τις τακτικές των τουρκικών σχηματισμών εξοικονομείται πολύτιμος χρόνος και φυσικά οικονομικοί πόροι σε καθημερινή βάση βελτιώνοντας ταυτόχρονα την αποτρεπτική ικανότητα της ΠΑ.

Για να είναι τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη παρόντα οπουδήποτε στο Αιγαίο στο μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα πρέπει να είναι ετοιμοπόλεμο τόσο το σύνολο των αεροσκαφών όσο και των πληρωμάτων, αλλά και των μηχανικών εδάφους.

Για να γίνει όμως αυτό, απαιτείται επαρκής χρόνος αλλά και επαρκή κονδύλια. Έχει επομένως μεγάλη σημασία η εξοικονόμησή τους στον ακήρυχτο πόλεμο που διεξάγεται πάνω από το Αιγαίο. Αυτό πάντως που λείπει από την 135ΣΜ είναι αυτό που διαθέτουν οι Πτέρυγες Μάχης που βρίσκονται στο ηπειρωτικό έδαφος και είναι η γειτνίασή τους με μεγάλα αστικά κέντρα.

Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει πως κάθε φορά που κάποιο από τα μεγάλα οχήματα της μονάδας χρειαστεί αντικατάσταση ελαστικών ή ευθυγράμμιση, πρέπει να ταξιδέψει μέχρι τη Χαλκίδα ή σε κάποιο άλλο μέρος της Εύβοιας δεδομένου πως στη Σκύρο δεν υπάρχουν εξολκείς για ελαστικά μεγάλων διαστάσεων ή ειδικών κατηγοριών. Η δημιουργία υποδομών που ως διαδικασία δεν έχει διακοπεί από το ξεκίνημα της κατασκευής του αεροδρομίου συνεχίζεται έως σήμερα με τους ίδιους -κατά το δυνατό- ρυθμούς.

Το παραπάνω έχει ως στόχο την αυτονόμηση στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό των καθημερινών αναγκών της υλικοτεχνικής υποδομής, αλλά και των ανθρώπων που υπηρετούν εκεί. Το ιατρείο της μονάδας για παράδειγμα έχει αναβαθμιστεί σημαντικά τον τελευταίο καιρό παραλαμβάνοντας νέο εξοπλισμό, κάτι που σημαίνει μείωση των μετακινήσεων του προσωπικού στην Αθήνα για ιατρικούς λόγους.

Η ΠΑ σκοπεύει να αξιοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό τις υποδομές που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία 20 χρόνια στο αεροδρόμιο της Σκύρου και να τις ενισχύσει με νέες, λόγω της επιχειρησιακής αξίας του που έχει κατʼ επανάληψη φανεί στην επιχειρησιακή του παρουσία. Το αεροδρόμιο της Σκύρου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλά ως ένα σημείο μεταστάθμευσης αεροσκαφών ή ορμητήριο αεροσκαφών επιφυλακής.

Αυτό γιατί, εκτός της 135ΣΜ, στο νησί εδρεύει και η 22α Μοίρα Κατευθυνομένων Βλημάτων με το σύστημα Patriot αλλά και ο σταθμός έγκαιρης προειδοποίησης της 7ης ΜΣΕΠ το καθιστούν ως μια πολύτιμη εμπροσθοφυλακή και αναπόσπαστο κρίκο της αμυντικής αλυσίδας της ΠΑ στο Αιγαίο.

  

loading...