Νέα τροπή στην υπόθεση Γιακουμάκη: «Πεινάω, δώστε μου κάτι να φάω, μαζεύω χρήματα για να πάω στο χωριό μου»

Loading...


«Πεινάω, δώστε μου σας παρακαλώ κάτι να φάω, αν μπορείτε. Και σας παρακαλώ ότι μπορείτε και όσα μπορείτε να μου δώσετε μαζεύω χρήματα για να πάω στο χωριό μου»

, φέρεται να είπε ο Βαγγέλης Γιακουμάκης σε ιδιοκτήτρια καφέ στο κέντρο της Αθήνας

«Πεινάω, δώστε μου σας παρακαλώ κάτι να φάω, αν μπορείτε. Και σας παρακαλώ ό,τι μπορείτε και όσα μπορείτε να μου δώσετε… μαζεύω χρήματα για αν πάω στο χωριό μου».

Αυτά είναι τα λόγια που στριφογυρνούν στο μυαλό της κ. Ρένας Ιωάννου, ιδιοκτήτριας ενός μικρού καφέ επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου η οποία μιλά αποκλειστικά στο protothema.gr και ισχυρίζεται ότι είδε τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, αγνώριστο την προηγούμενη Τετάρτη το μεσημέρι συγκεκριμένα να μπαίνει στο μαγαζί της.Η ίδια περιγράφει  αυτή τη συνάντηση με τον 20χρονο αγνοούμενο φοιτητή: «Μπήκε μέσα ένα νεαρό παλικάρι, δεν έδωσα σημασία τόσος κόσμος μπαινοβγαίνει εδώ καθημερινά. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η ευγένειά του. Θυμάμαι τα λόγια του σα να είναι τώρα

. «Σας παρακαλώ πολύ, σας παρακαλώ πολύ βοηθήστε με, αν μπορείτε… Ό,τι μπορείτε σας παρακαλώ δώστε μου μαζεύω χρήματα για να πάω στο χωριό μου», αυτό μου είπε. Ο άντρας μου επειδή συνήθως το κάνει, του έδωσε κάτι χρήματα πιο πολύ γιατί είδε ότι ήταν ένα νέο παιδί και πολύ ευγενικό και πράο. Αυτό μου έκανε εντύπωση. Τον κοίταξα στα μάτια, αυτό το βλέμμα του το χαρακτηριστικό. Δεν πήγε το μυαλό μου εκείνη την ώρα ότι ήταν ο Βαγγέλης».Και συνεχίζει: «Θέλω να σας πω ότι η εμφάνιση δεν είχε και καμία σχέση με τη φωτογραφία που είχα δει τυχαία.

Ήταν σε όχι καλή κατάσταση, φαινόταν αυτό που λέμε η ταλαιπωρία του, ότι γυρνούσε στο δρόμο, είχε όψη αστέγου, ανήμπορου ανθρώπου αλλά μία παράξενη ευγένεια, τι να σας πω. Πριν φύγει από το μαγαζί κοντοστάθηκε και με ρώτησε αν μπορώ να του δώσω κάτι να φάει επειδή πεινούσε «Σας παρακαλώ πεινάω, έχει κάτι περισσέψει να μου δώσετε» ήταν το λόγια του. Ο άντρας μου του έδωσε τρεις τυρόπιτες που είχαν μείνει ήμασταν στο κλείσιμο του μαγαζιού. Θυμάμαι ότι φορούσε ένα πανωφόρι, σα μπουφάν στρατιωτικό, με καφέ πράσινο χρώμα ήτα αρκετά ψηλό παιδί και λίγο καμπουριασμένο», σημειώνει και εξηγεί ότι λίγη ώρα αργότερα θα διαπίστωνε, βλέποντας ξανά τυχαία μία φωτογραφία του Βαγγέλη στο διαδίκτυο ότι εκείνος ο νεαρός που πριν λίγη ώρα είχε ζητήσει βοήθεια ήταν το ίδιο πρόσωπο όπως λέει: «Το σκεπτόμουν μετά που φύγαμε από το μαγαζί με το σύζυγό μου. Το ρωτάω το σύζυγό μου μήπως έχει ξαναπεράσει αυτό το παιδί από το μαγαζί μας, κάτι μου θυμίζει, το βλέμμα του κάτι μου θυμίζει του είπα.

Εκείνος δε θυμόταν να μου πει κάτι συγκεκριμένο. Πάμε σπίτι και μπαίνω στο internet για να καθίσω λίγο να διαβάσω όπως κάνω πάντα.

Πέφτω πάνω στη φωτογραφία του Βαγγέλη. Κοιτάω με μεγαλύτερη προσοχή το βλέμμα του και παθαίνω σοκ. Φωνάζω τον άντρα μου, του λέω το παιδί που ήρθε στο μαγαζί είναι ο νεαρός φοιτητής που αγνοείται. 

Στενοχωρήθηκα, στενοχωρήθηκα πολύ διότι αν γινόταν αντιληπτό εκείνη τη στιγμή ότι τον είχα μπροστά μου κάτι θα είχα κάνει, κάποιον θα είχα ειδοποιήσει, μαθαίνω ότι η οικογένειά του έχει τρελαθεί από αγωνία τόσες μέρες άφαντος. Τι να πω μακάρι να βρεθεί, μακάρι να βρεθεί και να είναι σώος.

Αλλά είμαι σίγουρη ότι ήταν ο Βαγγέλης ο νεαρός που ήρθε στο μαγαζί μου», καταλήγει η κ. Ρένα Ιωάννου.

  

loading...