ΔΙΑΤΡΟΦΗ: Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την κετογονική δίαιτα, με την επιστημονική κοινότητα να μοιάζει «διχασμένη» για το αν είναι πραγματικά υγιεινή και ωφέλιμη μακροπρόθεσμα.

Η κετογονική δίαιτα είναι κατά βάση μια δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων, με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και μέτρια πρόσληψη πρωτεϊνών. Σκοπός της είναι να θέσει τον οργανισμό σε κατάσταση «κέτωσης». Η χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων σε συνδυασμό με την υψηλή πρόσληψη λιπαρών έχει σαν αποτέλεσμα το συκώτι να παράγει κετόνες, ουσίες που προκύπτουν από τον μεταβολισμό των λιπαρών για την παραγωγή ενέργειας. Επί της ουσίας, στην κετογονική δίαιτα βασική πηγή ενέργειας για τον οργανισμό είναι τα λιπαρά αντί για τους υδατάνθρακες, όπως συμβαίνει συνήθως.

Πιθανοί κίνδυνοι

Μέχρι ο οργανισμός να συνηθίσει τη συγκεκριμένη δίαιτα απαιτείται μια περίοδος προσαρμογής μερικών ημερών ή και εβδομάδων. Στη φάση αυτή, η οποία χαρακτηρίζεται συχνά ως κετο-γρίπη (keto flu), μπορεί να εκδηλωθούν συμπτώματα όπως η κόπωση, η πνευματική σύγχυση, οι μυϊκές κράμπες, η διάρροια ή η ναυτία. Η χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων έχει επίσης σαν αποτέλεσμα να πέφτει το σάκχαρο του αίματος σε χαμηλά επίπεδα κι έτσι να παρατηρείται έλλειψη ενέργειας, κακή διάθεση, αλλά και επίμονη πείνα ή λιγούρα.

Μια από τις πιο κλασικές «παρενέργειες» της κετογονικής δίαιτας είναι η κακοσμία του στόματος (χαλίτωση) κι αυτό γιατί η ακετόνη, μία από τις κετόνες που παράγονται κατά τον μεταβολισμό των λιπαρών, κάνει την αναπνοή να μυρίζει δυσάρεστα.

Μακροπρόθεσμα, η κετογονική δίαιτα μπορεί επίσης να συμβάλει στον σχηματισμό λίθων στο ουροποιητικό (πέτρες στα νεφρά) ή στην αποδυνάμωση των οστών (οστεοπενία, το στάδιο που προηγείται της οστεοπόρωσης), καθώς η χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων σε συνδυασμό με την υψηλή πρόσληψη λιπαρών και πρωτεϊνών μπορεί να οδηγήσει σε «διαρροή» ασβεστίου από τα οστά. Παράλληλα, όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση κέτωσης το pH των ούρων γίνεται πολύ όξινο κι έτσι εξαντλούνται τα αποθέματα ασβεστίου του οργανισμού, ενώ η καταπόνηση των νεφρών αυξάνει τον κίνδυνο για λιθίαση.

Πιθανά οφέλη

Αφού ξεπεραστεί ο… σκόπελος της κετο-γρίπης, ο οργανισμός συνηθίζει να αντλεί ενέργεια από τα λιπαρά και αυτό συχνά αποδεικνύεται ωφέλιμο για όσους γυμνάζονται είτε ερασιτεχνικά είτε επαγγελματικά.

Αφού ο εγκέφαλος δεν χρησιμοποιεί ως «καύσιμο» τη γλυκόζη, δηλαδή τους υδατάνθρακες, μειώνονται οι απαιτήσεις του οργανισμού σε μυϊκές πρωτεΐνες για να πραγματοποιηθεί ο μεταβολισμός των υδατανθράκων κι έτσι μειώνεται ο ρυθμός καταβολισμού των μυών. Ο μειωμένος καταβολισμός των μυών μειώνει και την ποσότητα αμμωνίας που φτάνει στο συκώτι. Με απλά λόγια, όλη αυτή η διαδικασία έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνονται οι απώλειες πρωτεΐνης ώστε να διατηρηθεί η καθαρή μυϊκή μάζα του σώματος.

Επίσης, η κετογονική δίαιτα συνδέεται με καλύτερο έλεγχο του σακχάρου και της ινσουλίνης, επομένως μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη για τα άτομα με προδιαβήτη ή διαβήτη.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, άλλα οφέλη που μπορεί να προκύψουν από την κετογονική δίαιτα είναι η βελτίωση της μνήμης, η μακροζωία, ο μειωμένος κίνδυνος γλαυκώματος, καθώς και η μικρότερη συχνότητα και ένταση επιληπτικών κρίσεων.

Αξίζει να σημειωθεί πως ένα σημαντικό πλεονέκτημα της κετογονικής δίαιτας σε σύγκριση με άλλες δίαιτες είναι πως δεν θέτει θερμιδικούς προσδιορισμούς, αλλά εστιάζει σε τροφές πλούσιες σε υγιεινά λιπαρά –όπως τα ψάρια, το αβοκάντο, το ελαιόλαδο και οι ξηροί καρποί– επομένως θεωρείται σε γενικές γραμμές ένα «βιώσιμο» διατροφικό πλάνο.

Η συμβουλή του γιατρού και του διατροφολόγου είναι απαραίτητη πριν την έναρξη οποιασδήποτε δίαιτας, ώστε να αξιολογηθούν οι πιθανοί κίνδυνοι και τα πιθανά οφέλη που θα προκύψουν ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε οργανισμού και τη γενικότερη κατάσταση της υγείας κάθε ανθρώπου μεμονωμένα, γράφει το onmed.gr.