Για σκοπιμότητες και διαστρέβλωση των γεγονότων κάνει λόγο η ΕΛΑΣ σε ανακοίνωσή της αναφορικά με την κριτική που δέχεται από ΜΜΕ για τη δράση της στο συλλαλητήριο, κάνοντας λόγο για υποδειγματική επιχειρησιακή συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων και απολύτως αναγκαία τη χρήση δακρυγόνων.

Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ότι ο επιχειρησιακός σχεδιασμός των μέτρων είχε ως βασικό διττό στόχο αφενός μεν την πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου σε συνθήκες ομαλότητας και ασφάλειας, αφετέρου δε την προστασία των κτιριακών εγκαταστάσεων της Βουλής και παρακείμενων δημοσίων κτιρίων, όπως το Υπουργείο Εξωτερικών, από πιθανές έκνομες ενέργειες, καθώς υπήρχαν σοβαρές πληροφορίες για πρόθεση εισβολής στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, ενώ είχαν κυκλοφορήσει και σχετικοί χάρτες στους οποίους αποτυπώνονταν οι χώροι και οι είσοδοι του κτιρίου καθώς και σχετικές οδηγίες.

Επίσης, η επιχειρησιακή ανταπόκριση ήταν η πλέον ενδεδειγμένη, με τις αστυνομικές δυνάμεις πάντοτε αμυνόμενες στις συνεχείς, έντονες και σε αρκετές περιπτώσεις ακραίως επικίνδυνες εις βάρος τους επιθέσεις πολυάριθμων ομάδων ατόμων, τα οποία με ενωμένες δυνάμεις και χρησιμοποιώντας εξοπλισμό, όπως αντιασφυξιογόνες μάσκες, μπουφάν με ειδικά προστατευτικά καθώς και πλήθος επικίνδυνων αντικειμένων, πρόσφορων να επιφέρουν σοβαρές σωματικές ή/και θανατηφόρες βλάβες, όπως κοντάρια, μεταλλικές ράβδους, πέτρες, μάρμαρα, όπλα εκτόξευσης φωτοβολίδων ευθείας βολής, βόμβες μολότοφ, σφενδόνες, λοστούς, κ.λπ., επιχειρούσαν να εισέλθουν στο χώρο του Κοινοβουλίου.

Υπό τις συνθήκες αυτές, σημειώνεται στην ανακοίνωση της Αστυνομίας, έγινε η απολύτως αναγκαία χρήση δακρυγόνων, αποκλειστικά στους χώρους στους οποίους εκδηλώθηκαν οι σφοδρές επιθέσεις εναντίον των αστυνομικών δυνάμεων και μόνο κατά το χρόνο εκδήλωσής τους, ενώ έλαβε χώρα όταν εξαντλήθηκε οποιαδήποτε δυνατότητα ηπιότερης αποτροπής των έκνομων ενεργειών και πλέον υφίστατο άμεσος κίνδυνος για εισβολή στο χώρο της Βουλής, καθώς και για τη σωματική ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή των αστυνομικών.

Επισημαίνεται εξάλλου ότι οι αστυνομικές δυνάμεις παραμένοντας στις θέσεις τους απέτρεψαν την προφανή πρόθεση και εμφανή οργανωμένη προσπάθεια των εκατοντάδων επιτιθέμενων ατόμων για τη γενίκευση-διασπορά των επεισοδίων και εντέλει τη ματαίωση ή διακοπή του συλλαλητηρίου.

Στην ανακοίνωση προστίθεται ότι η υποδειγματική επιχειρησιακή συμπεριφορά των αστυνομικών δυνάμεων είχε ως αποτέλεσμα την ομαλή πραγματοποίηση και ολοκλήρωση του συλλαλητηρίου, με τη διασφάλιση της ασφαλούς προσέλευσης και αποχώρησης των συμμετεχόντων καθώς δεν υπήρξαν τραυματισμοί πολιτών στο χώρο του συλλαλητηρίου και ο μικρός αριθμός πολιτών που χρειάστηκαν παροχή ιατρικής βοήθειας αφορούσε περιπτώσεις είτε αναπνευστικών προβλημάτων, είτε τραυματισμών που έλαβαν χώρα σε άλλα σημεία είτε μεμονωμένα απρόκλητα περιστατικά βιαιοπραγίας σε βάρος δημοσιογράφων που κάλυπταν το Συλλαλητήριο.

Αντιθέτως, επισημαίνει η ΕΛΑΣ, από τη βιαιότητα των επιθέσεων σε βάρος των αστυνομικών δυνάμεων και την προσπάθεια του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας να υπερασπιστεί με αυταπάρνηση την ασφάλεια και τα δικαιώματα των πολιτών και να προστατεύσει το θεσμικό κύρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο 401 Γ.Σ.Ν.Α. είκοσι οκτώ (28) αστυνομικοί, ενώ σημαντικές ήταν οι φθορές που υπέστησαν ο ατομικός εξοπλισμός και τα δημόσια είδη [καταστροφή ή φθορά μεγάλου αριθμού στολών, 29 κρανών, 42 ασπίδων, 25 περικνημίδων, 24 προσωπίδων, κ.λ.π.].

Οι συλλήψεις προστίθεται, πραγματοποιήθηκαν κατά τρόπο συνετό και ασφαλή, ώστε να αποφευχθούν γενικευμένες εντάσεις και αυξημένος βαθμός διακινδύνευσης τόσο για το αστυνομικό προσωπικό όσο και για τους ίδιους τους συλληφθέντες, ενώ σε ό,τι αφορά στις διάφορες αιτιάσεις για τη μη πραγματοποίηση προσαγωγών υπενθυμίζεται ότι αυτές πραγματοποιούνται κατά τρόπο στοχευμένο και υπό συγκεκριμένες θεσμικές προϋποθέσεις και όχι κατά τρόπο τυχαίο ή βάσει της αμφίεσης ή των χαρακτηριστικών των πολιτών.

Συμπερασματικά, καταλήγει η ανακοίνωση, η Ελληνική Αστυνομία εκπλήρωσε την αποστολή της κατά τρόπο υπεύθυνο και αποτελεσματικό, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και επαναδιαβεβαίωσε τη σταθερή της βούληση να υπερασπίζεται με αυταπάρνηση την Πολιτεία, την κοινωνία και τους πολίτες.

Στον αντίποδα, η τακτική, ο εξοπλισμός, η οργάνωση, η στόχευση, η βιαιότητα των ενεργειών και η εν γένει συμπεριφορά και δράση των ατόμων που προκάλεσαν τα επεισόδια γεννούν ιδιαίτερο προβληματισμό αναφορικά με τα πραγματικά αίτια και βεβαίως το σκοπό που εξυπηρετούν, δεδομένης της χρησιμοποίησης εθνικού συμβόλου (Ελληνική σημαία με τον ιστό της) ως όπλο επίθεσης σε βάρος αστυνομικών, της βεβήλωσης του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, και της προσπάθειας κατάλυσης – ουσιαστικά – της Δημοκρατίας, με τη βίαιη είσοδο στη Βουλή των Ελλήνων.

Συνοψίζοντας, η Ελληνική Αστυνομία σε κάθε περίπτωση αποδέχεται την κριτική, δεν μπορεί όμως να σιωπά στις περιπτώσεις που η διαστρέβλωση των γεγονότων και οι οποίες σκοπιμότητες αδικούν κατάφωρα το έργο και την προσφορά της στο κοινωνικό σύνολο και δεν επιτρέπουν ούτε καν μια απλή έκφραση συμπάθειας προς τους τραυματισθέντες αστυνομικούς, στους οποίους μόνον η Ηγεσία του Σώματος και οι συνάδελφοί τους έσπευσαν να συμπαρασταθούν στο νοσοκομείο που διακομίσθηκαν και να τους εκφράσουν τη στήριξη και την ευγνωμοσύνη τους.