Δεν χρειάζονται επιχειρήματα για να καταδειχθεί ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι επιζήμια για την Πατρίδα μας. Και δεν χρειάζεται γιατί υπάρχουν και αρκούν οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού των Σκοπίων Ζόραν Ζάεφ.

Από την πρώτη στιγμή πανηγυρίζει ότι «οι Έλληνες αναγνώρισαν πως είμαστε Μακεδόνες, που μιλούμε τη μακεδονική γλώσσα». Ότι η συμφωνία διαφυλάττει τη «μακεδονική εθνική και πολιτισμική ταυτότητα». Ότι με τις αποφάσεις του χτίζει την ευρωπαϊκή και παγκόσμια «Μακεδονία». Ότι στο μέλλον «ούτε η Ελλάδα, ούτε κανένας άλλος θα μπορεί πια να αμφισβητήσει την αυτοδιάθεσή μας».

Και το πρόβλημα δεν είναι ότι τα λέει ο κ. Ζάεφ. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά που λέει στηρίζονται στη συμφωνία που υπέγραψε και ετοιμάζεται να κυρώσει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τη στήριξη των ΑΝΕΛ. Μη μιλούμε, λοιπόν, για προκλήσεις Ζάεφ. Την αλήθεια να δούμε. Και η αλήθεια είναι ότι οι κραυγές αυτές βγαίνουν από τη λίμνη των Πρεσπών, βγαίνουν με την υπογραφή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

 

Πέρα από την σύνθετη ονομασία με τη χρήση του όρου «Μακεδονία», η Συμφωνία των Πρεσπών χαρίζει στους Σκοπιανούς «μακεδονική» ταυτότητα και γλώσσα. Ορίζει ρητά και ξεκάθαρα ότι το κράτος θα λέγεται «Βόρεια Μακεδονία», αλλά οι πολίτες του θα ονομάζονται «Μακεδόνες».

Πρόκειται για παγκόσμια πρωτοτυπία, αλλά και νομική αυθαιρεσία, αφού η υπηκοότητα συνιστά νομικό δεσμό τους κράτους με τους πολίτες του, ενώ παντού στον κόσμο η ονομασία του λαού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και απολύτως ταυτόσημη με την ονομασία του κράτους.

Αναφέρεται, μάλιστα, στη Συμφωνία των Πρεσπών ότι η σύνθετη ονομασία δεν θα εφαρμόζεται  από τους πολίτες, αλλά μόνο από το κράτος. Δεν θα ισχύει, δηλαδή, erga omnes, δεν θα ισχύει για όλες τις χρήσεις, όπως είχε το θράσος να ισχυρίζεται η Κυβέρνηση. Φτάνει, μάλιστα, ακόμη και στο σημείο να βάζει σε αμφισβήτηση τις δικές μας μακεδονικές ονομασίες γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στον επιχειρηματικό κόσμο της Β. Ελλάδας.

Επιπλέον, όμως, πρόβλεψε ακόμη και τη συγκρότηση Κοινής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, που άρχισε κιόλας να εξετάζει τα βιβλία μας, για δήθεν αλυτρωτικές αναφορές και να επιβάλλει αλλαγές, με πρώτη την αφαίρεση από τη διδακτέα ύλη, της ιστορίας του Παύλου Μελά!

Δυστυχώς, για την Πατρίδα μας, είναι ήδη περισσότερο από βέβαιο ότι η Συμφωνία επιφυλάσσει δεινά, καθώς οι Σκοπιανοί θα στηριχθούν στο γεγονός ότι αναγνωρίζονται από την Ελλάδα σαν «Μακεδόνες».

Όχι μόνο θα αυτοαποκαλούνται, αλλά και θα λέγονται από όλο τον κόσμο – με τη βούλα της Ελληνικής Κυβέρνησης – «Μακεδόνες». Θα ακούμε στους διεθνείς οργανισμούς και τις ξένες πρωτεύουσες, τους εταίρους και τους συμμάχους μας να καλωσορίζουν τον «Μακεδόνα» πρωθυπουργό και όχι τον  πρωθυπουργό της «Βόρειας Μακεδονίας». Θα ακούμε, όπως προβλέπεται από τη Συμφωνία των Πρεσπών, να γίνεται λόγος για «μακεδονικό» λαό, για «μακεδονικό» στρατό και όχι μόνο. Και στο τέλος – όπως εύστοχα παρατήρησε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης- θα επικρατήσει το όνομα του λαού και όχι του κράτους.

Για αυτό ακριβώς, από τη στιγμή κατά την οποία οι Σκοπιανοί θα λέγονται «Μακεδόνες», που μιλούν τη «μακεδονική» γλώσσα, θα υπήρχε σοβαρότατο πρόβλημα ακόμη και εάν το κράτος ονομαζόταν «Δημοκρατία της Κεντρικών Βαλκανίων».  Με μια κουβέντα: Ο συνδυασμός ονόματος, εθνότητας και γλώσσας δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά δίνουν νέες βάσεις στον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό των Σκοπιανών.

Και θα τα βρούμε μπροστά μας, όταν ήδη θα έχουμε εγκαταλείψει το διαπραγματευτικό όπλο του Βουκουρεστίου και την μεγάλη εθνική επιτυχία του Κώστα Καραμανλή και θα έχουν δημιουργηθεί απροσπέλαστα τετελεσμένα.